«Δικαιοσύνη για τους αγρότες – Διαφάνεια στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στήριξη στην παραγωγή»

Συναδέλφισσες, συνάδελφοι,

Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι της χώρας εδώ και δεκαετίες κρατούν ζωντανή την ελληνική παραγωγή, τη διατροφική ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου. Με τον καθημερινό τους μόχθο στηρίζουν την οικονομία ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, μετατρέποντας τη γη σε ζωή και την ύπαιθρο σε πηγή πλούτου για ολόκληρη την κοινωνία. Η παρουσία τους δεν είναι απλώς παραγωγική, είναι βαθιά κοινωνική κι εθνική.

Σήμερα, οι βιοπαλαιστές αγρότες και κτηνοτρόφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ασφυκτικό πλαίσιο: εκρηκτική αύξηση του κόστους παραγωγής (ενέργεια, καύσιμα, λιπάσματα, ζωοτροφές, νερό), χαμηλές τιμές παραγωγού που επιβάλλονται από την αγορά προς όφελος των εμποροβιομηχάνων, ενεργειακή ακρίβεια, επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και των θεομηνιών, αλλά και ένα διοικητικό σύστημα που συχνά λειτουργεί σε βάρος τους. Το αποτέλεσμα είναι να πουλούν φθηνά στο χωράφι και ο λαός να πληρώνει πανάκριβα στο ράφι.

Μέσα σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, οι πρόσφατες αποκαλύψεις, οι έρευνες και η δημόσια συζήτηση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μετέτρεψαν τη χρόνια απογοήτευση σε οργή. Η αίσθηση ότι κάποιοι, με απίστευτο θράσος και με κυβερνητικές πλάτες, πλούτισαν σε βάρος των ανθρώπων της γης, πλήττει ευθέως το αίσθημα δικαιοσύνης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Οι αγρότες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν δικαιοσύνη, διαφάνεια και αξιοπρέπεια. Ζητούν έναν οργανισμό πληρωμών που να λειτουργεί καθαρά, αποτελεσματικά και χωρίς σκιές. Ζητούν να γνωρίζουν τι δικαιούνται, πότε το δικαιούνται και σε ποιο στάδιο βρίσκεται κάθε διαδικασία. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος, με απόλυτη διαφάνεια και λογοδοσία, και ο οργανισμός να επανεκκινήσει με σύγχρονους, ψηφιοποιημένους και αξιόπιστους μηχανισμούς.

Την ίδια στιγμή, οι κυβερνητικές εξαγγελίες της Νέας Δημοκρατίας, που παρουσιάζονται ως «στήριξη», δεν απαντούν στις πραγματικές ανάγκες των βιοπαλαιστών αγροτών. Αποτελούν ημίμετρα, πλήρως εναρμονισμένα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, υπηρετώντας τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και όχι των μικρών και μεσαίων παραγωγών. Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ γίνεται λόγος για «διάλογο», ταυτόχρονα ενεργοποιούνται μηχανισμοί καταστολής και ποινικοποίησης των αγώνων, με απειλές για διώξεις και αγροτοδικεία.

Ο αγώνας των αγροτών είναι δίκαιος. Είναι αγώνας επιβίωσης και αφορά συνολικά τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους, τη νεολαία, τους εκπαιδευτικούς και όλο τον λαό που πλήττεται από την ίδια αντιλαϊκή πολιτική. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, η υποβάθμιση της εγχώριας παραγωγής και η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές είναι άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής.

Η χώρα οφείλει να προχωρήσει σε βαθιά ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα. Δεν υπάρχει ανάπτυξη χωρίς ισχυρή παραγωγή, ούτε περιφερειακή συνοχή χωρίς ζωντανή ύπαιθρο. Απαιτείται:

  • ουσιαστική μείωση του κόστους παραγωγής με μόνιμα και στοχευμένα μέτρα,
  • πράσινη μετάβαση με κοινωνική δικαιοσύνη, χωρίς να τιμωρείται ο μικρός και μεσαίος παραγωγός,
  • σταθερή και συνεκτική εθνική στρατηγική για την ύπαιθρο, με συνέχεια και προοπτική,
  • στήριξη του εισοδήματος των παραγωγών και προστασία από τις στρεβλώσεις της αγοράς.

Απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυναμώνουμε τον κοινό αγώνα και την οργανωμένη διεκδίκηση. Στηρίζουμε τις αποφάσεις που παίρνουν οι ίδιοι οι αγρότες μέσα από τα συλλογικά τους όργανα, τους αγροτικούς συλλόγους, τις ομοσπονδίες και τα μπλόκα του αγώνα.

Οι αγρότες της χώρας δεν είναι μόνοι. Ο κοινωνικός αυτοματισμός και οι προσπάθειες συκοφάντησης δε θα περάσουν. Η κοινή πάλη εργαζομένων, αγροτών κι αυτοαπασχολούμενων είναι ο μόνος δρόμος για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης και των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας.
Ο κοινός αγώνας είναι ο δρόμος μας.